Magiko Kouti Home



e-mail
e-mail
Prosmo
magikokouti blog
Μαγικό Κουτί
Henry Miller 1891-1980“O Κολοσσός του Μαρουσιού” - 1939 : Γιώργος Κατσίμπαλης —1899-1978

Έκανε πολύ δροσιά στην Αθήνα· πολλή δροσιά, σε βαθμό που να θέλης ένα παλτουδάκι. Η Αθήνα έχει ένα κλίμα ευμετάβλητο, όμοιο με της Νέας Υόρκης. Πολλή σκόνη επίσης· καθώς τραβάς για τα προάστια. Συχνά στην καρδιά της πόλης, που θα βρεις κομψά σπίτια με υπερμοντέρνα διαμερίσματα, οι δρόμοι είναι χωμάτινοι. Με τα πόδια, θέλεις μισή ώρα για να φτάσης στα όρια της πόλης. Είναι αλήθεια μια πολύ μεγάλη πόλη, κοντά ένα εκατομμύριο κάτοικοι. Εκατονταπλασιάστηκε από την εποχή του Μπάυρον


Τα βασικά χρώματα είνα το γαλάζιο και το λευκό, όπως παντού στην Ελλάδα. Ως και το μελάνι των εφημερίδων έχει ένα αστραφτερό γαλάζιο, πράγμα που δίνει στον τόπο ένα ύφος αθωότητας και νεανικότητας.
Οι Αθηναίοι καταβροχθίζουν κυριολεκτικά τις εφημερίδες. Είναι αδιάκοπα πεινασμένοι γαι νέα.


Από το μπαλκόνι του δωματίου μου στο Γραντ Οτέλ η θέα έβλεπε προς την πλατεία του Συντάγματος.

Το βράδυ, αυτή η πλατεία μαυρίζει από χιλιάδες κόσμο που κάθεται σε μικρά τραπεζάκια φορτωμένα με ποτά και παγωτά. Γκαρσόνια, κρατώντας δίσκους, ασταμάτητα καλπάζουν από την πλατεία στα πλησιέστερα καφενεία. (σ. 29)

Εκεί ένα βράδυ γνώρισα τον Κατσίμπαλη. Γύριζε από το Μαρούσι. Γνωριμία μα φορά... Από όλες τις άλλες που έκανα στη ζωή μου -με άντρες εννοείται- δυό είναι πο μπορούν να συγκριθούν μ' αυτή: εκείνη με το Μπλαίζ Σαντράρ [Blaise Cendrars] και η άλλη με τον Laurence Durrell

Δεν είχα μεγάλα πράγματα να πω εκείνο το βράδυ. Άκουα, βρισκόμουν κάτω από τη γοητεία, κάτω από το μάγεμα κάθε φράσης που έπεφτε από τα χείλια του συνομιλητή μου. Είχα καταλάβει πως ήταν πλασμένος για μονόλογο, όπως ο Σαντράρ, όπως ο αστρολόγος Μορικάντ.

Αγαπώ το μονόλογο. Τον προτιμώ από το διάλογο όταν είναι καλός. Είναι σα να παρακολουθείς κάποιον που γράφει ένα βιβλίο επίτηδες για σένα· το γράφει, το διαβάζει μεγαλόφωνα, το παίζει, το αναθεωρεί, το απολαμβάνει με ηδονή, το χαίρεται και τη χαίρεται τη χαρά σου, κι ύστερα το σκίζει και το σκορπάει στους τέσσερεις ανέμους. Πρόκειται για μια υπέροχη υψηλή κωμωδία, γιατί την ώρα που την παίζει, είσαι Θεός για κείνον, εκτός αν λάχει νάσαι το πιο μεγάλο βόδι ή ο πιο ανυπόμονος άνθρωπος του κόσμου. Μα τότε ο μονόλογος αυτός δεν είναι δυνατό να γεννηθεί.

Εκδόσεις Μεταίχμιο

Σαν τον πρωτογνώρισα, ο Κατσίμπαλης μου φάνηκε ένα περίεργο κράμα: Εξωτερικά - σωματικά, έμοιαζε με ταύρο. Είχε την επιμονή του αρπαχτικού πουλιού, τη λυγεράδα της λεοπάδαλης, την τρυφερότητα το αρνιού, τη διακριτικότητα του περιστεριού. Το κέφι του ήταν παράξενα υπέρμετρο. Με γοήτευε και χωρίς να ξέρω γιατί, το έβρισκα τυπικά αθηναϊκό. Τα χέρια του, σε αναλογία με το σώμα του ήταν κάπως πολύ μικρά, πολύ ντελικάτα. Ήταν ένας άνδρας γεμάτος ζωτικότητα, δυνατός, ικανός για βίαιες χειρονομίες και για λόγια τραχιά.
Όμως το σύνολο, με τούτον ή μ' εκείνον τον τρόπο, έδινε μια εντύπωση ζεστασιάς, που ήταν όλη θηλυκή γλύκα. Υπήρχε επίσης στον Κατσίμπαλη, ένα στοιχείο δυνατά τραγικό, που το μεγάλωνε η μιμική του επιδεξιότητα. Ξεχείλιζε από συμπάθεια και ταυτόχρονα είχε τη σκληράδα ενός χωρικού του Δούναβη. Ολοένα μιλούσε για τον εαυτό του· μα χωρίς εγωπάθεια. Αν μιλούσε για τον εαυτό του, τούτο γινόταν επειδή ο εαυτός του ήταν το πιο ενδιαφέρον πλάσμα που είχε ο ίδιος συναντήσει.

(...) Είναι καλύτερα να μιλήσω για ένα θέμα πιο ενδιαφέρον - για τον Κατσίμπαλη παραδείγματος χάρη, και για την επίσκεψη που του έκανα στο Μαρούσι, μια μέρα, την ώρα που έπεφτε το βραδάκι. Άλλη μια μέρα εξαιρετική, άλλη μια μέρα γιορτινή στη ζωή μου!
Μας είχε ζητήσει να 'ρθούμε από νωρίς για να μη χάσουμε τη δύση του ηλίου. Ο Στεφανίδης είχε μεταφράσει ελληνικά ποιήματα που θα μας τα διάβαζε αγγλικά. Όταν φτάσαμε, ο Κατσίμπαλης δεν είχε ακόμα τελειώσει τον απογευματινό του ύπνο.
Κατέβηκε λίγο θολός, κουτουλώντας. Έμοιαζε να μονολογεί. Έκανε μερικές μπόσικες χειρονομίες, σα για να βάλη μπρος το χαλασμένο του μηχάνημα. Μουρμούριζε φράσεις, όπου το ζήτημα ήταν μια λέξη που είχε θυμηθεί στ' όνειρό του λίγες στιγμές πριν.
Ήταν πάντα σα ν' ανασάλευε μέσα στο μυαλό του, γυρεύοντας τη λέξη, τη σωστή αγγλική έκφραση, γαι να αποδώση μια ελληνική εικόνα, ξεχωριστά εντυπωσιακή, που κάποτε την είχε συνανατήσει σ' ένα βιβλίο. Ό,τι κι αν ήταν, κι όπως είπα πρίν, τον είχαμε τραβήξει από ένα βαθύ ύπνο και περπατούσε σαν ένας ναρκωμένος, μουρμουρίζοντας και χειρονομώντας σα να ήθελε να τινάξη τους πέπλους της αράχνης που τον περιτύλιγαν ακόμα.
Η κουβέντα του ξεκίνησε από το όνειρο από το οποίο δεν είχε ακόμα ολότελα ξεμπερδευτεί.

Για όλα, χρειάζεται ένα ξεκίνημα αδιάφορο ποιό· είχε ονειρευτεί -μίλησε λοιπόν για το όνειρο. Το όνειρο δε λογάριασε πολύ -αμέσως λησμονήθηκε- μα η ανάμνηση του ονείρου, τον έφερε στη λέξη που τον είχε βασανίσει και κυνηγήσει ολόκληρες μέρες μας έλεγε, και που τώρα ξεδιαλυνόταν γι' αυτόν, την ίδια στιγμή που ξαστέρωνε και το πνεύμα του και που πέφταν πια οι πέπλοι της αράχνης: Αυτή η λέξη, όποια κι αν ήταν, πέρασε στο μέλι και το μέλι ήταν περίφημο, σαν τόσα άλλα πράγματα, τη ρετσίνα παραδείγματος χάρη και προπαντός τη ρετσίνα, περίφημη για τα πνευμόνια, περίφημη για το συκώτι, περίφημη για όλες τις αρρώστιες, προπαντός αν πίνεις πολύ, κάτι που δεν έπρεπε να κάνη, δηλαδή να πίνη πολύ, όμως αυτός το έκανε, αδιαφορώντας για τις συμβουλές του γιατρού και μάλιστα σαν η ρετσίνα ήταν καλή, σαν κι αυτή που είχαμε πιεί προχτές στην "Tαβέρνα του Πειραιά".

Το αρνάκι του γάλακτος επίσης ήταν περίφημο εκείνη τη βραδυά, το είχαμε προσέξει. Έκανε σα να γλείφη τα δάχτυλά του, σκούπισε το στόμα του με το ανάστροφο του χεριού, ρουθούνισε στον αέρα, σάμπως για να ρουφήξη πάλι την αρωματική ανάσα του φούρνου. Σώπασε λίγο, κοίταξε ολόγυρα του σα να ζητούσε να βρέξη με κάτι τη γλώσα του, πριν ριχτεί στο μονόλογο πατώντας όλο το γκάζι. Κανένας δεν ξεστόμισε λέξη, Κανένας δεν τολμούσε να τον διακόψη, σ' αυτή την ορισμένη στιγμή που είχε βρει το δρόμο του.

Miller Τα ποιήματα κοίτονταν πάνω στο τραπέζι. Περιμέναμε τον Σεφεριάδη που θά 'φτανε από στιγμή σε στγμή με τον καπετάνιο. Τον ένοιωθα ν' αλοφρονεί λιγάκι, μέσα του να λογαριάζη βιαστικά αν είχε τον καιρό να ξεφουρνίση την ιστορία του πριν έρθουν οι φίλοι του. Χτυπούσε ελαφρά το φτερό, σαν ένα πουλί πιασμένο στην παγίδα. Εξακολουθούσε να μουρμουρίζη, κρατώντας σε κίνηση το μοτέρ, έως ότου αποφασίση ποιά κατεύθυνση θάπαιρνε.
Κι ύστερα, ο Θεός ξέρει πως, χωρίς συνειδητή μετάβαση, να μας ορθοί στην αιθέρια βεράντα, πάνω από τους χαμηλούς λόφους, και σ' έναν από τους λόφους, ορθώνεται, μοναχικός, ένας ανεμόμυλος κι ο Κατσίμπαλης πετάει μ' όλα του τα φτερά ξεδιπλωμένα, σαν αετός, και κάνει το νούμερο του μιλώντας για τη διαφανάδα της ατμόσφαιρας και τις γαλαζομενεξεδιές αποχρώσεις που κατεβαίνουν με το σούρουπο, για τον ατομικισμό των δέντρων και των φυτών, για τα εξωτικά φρούτα, τις εξερευνήσεις στις καρδιές των ηπείρων, για το θυμάρι και το το μέλι και το χυμό της κουμαριάς που σε μεθά, για τους νησιώτες και τους βουνήσιους για τους Μωραϊτες, και για κείνη τη Ρούσσα, τρελλή για δέσιμο, που μια νύχτα σεληνιάστηκε και πετώντας τα ρούχα της άρχισε να χορεύη τσίτσιδη κάτω από το φεγγάρι, ενώ ο αγαπητικός έτρεχε να βρη ζουρλομανδύα.

Τον άκουγα, και τα μάτια μου για πρώτη φορά ποτίζονταν απο το αληθινό μεγαλείο του Αττικού τοπίου για πρώτη φορά παρατηρούσα πως την ίδια στιγμή που ανέβαινε μέσα μου η χαρά, από δω κι από κεί στη φρυγμένη χλόη, ανάμεσα στην ανωμαλία και την εκκεντρικότητα της βλάστησης, άντρες και γυναίκες πλανιούνταν νωχελικά, σιλουέττες μοναχικές, μέσα στη λάμψη του φωτός που όλο κι αδυνάτιζε.
Και δέν ξέρω γιατί, τα πλάσματα αυτά μου φαίνονταν βαθύτα Έλληνες, περπατώντας όπως κανείς άλλος δεν περπατάει, γράφοντας μέσα στους αέρινους μαιάνδρους τους ξάστερα μοτίβα καλοχαραγμένα, το είδος των μοτίβων που είχα δει, την ίδια μέρα, σε βάζα, στο μουσείο.

Ελιά στον Παγασητικό
top

Εκδόσεις Μεταιχμιο Ο Κολοσσος του Μαρουσιου: Γιωργος Κατσιμπαλης, 1899 - 1978 (79)
Follow Magiko Kouti Blog's board Soul and Eye Pleasures on Pinterest.

© magikokouti 2017 | Henry Miller - O Koλοσσος του Μαρουσιου - 1939 | 9-aug-17 | Φωτο τιτλου | index