Welcome




Ανδρέας Καρκαβίτσας

Promote Your Page Too

   
Ανδρεας Καρκαβιτσας 1865-1922 - 145 χρονια από τη γεννηση του Αποσπασμα από το Ζητιανο - Αλλα -εργα: Λογια της Πλωρης, η Λυγερη, Ο Αρχαιολογος

Aνδρέας Καρκαβίτσας - “Ο Ζητιάνος” Α΄έκδοση - 1897

Τ ο Νυχτερέμι δεν είναι και από τα μεγάλα χωριά της Θεσσαλίας. Ριχμένο εκεί, κατά τις εκβολές του Πηνειού, από το γούπατο του πολύκαρπου κάμπου — του κάμπου που απλώνεται τριγωνικός από τις δασωμένες ρίζες του Κισσάβου έως τα χαμοβούνια του Ολύμπου — μοιάζει με το γειτονικό του Λασποχώρι, δίδυμα νεροστοιχειά, σωστοί Γήταυροι, παραχορτασμένοι με την παχειά χλωροσά κι αποκαρωμένοι από τις μιασματικές αναθυμιάσεις των βάλτων.
Με τα χαμόσπιτά του, όπου συζούν αρμονικά ζώα και άνθρωποι· με τα βεργοπλεγμένα κιουτσέκια, όπου αποθηκεύεται χειμωνοκαλόκαιρα το αραποσίτι · με το κονάκι του μπέη ψηλό και αγέρωχο στη μέση και την μικρή και περιφρονημένην εκκλησούλα σε μιαν άκρη, έχει την φτωχικήν εκείνη και φοβισμένην έκφραση που έχουν όλα του κάμπου τα χωριά, τα δουλωμένα και τ' ανάξια υπάρξεως.

Ήταν Κυριακή. Όλοι σχεδόν οι άντρες του χωριού, από τα σύθαμπα που ετελείωσεν η λειτουργία, ήσαν συναγμένοι έξω από το σπιτομάγαζο του Μαγουλά κι έπιασαν ζωηρή ομιλία. Τα γιαπιά — οι χωμάτινες κρεββατωσές, όπου συνήθως περνά τη ζωή του— κάθε χωριάτης Θεσσαλός— εψήλωναν ζερβόδεξα στην χαμηλή πόρτα φρεσκαλειμένα κ' εχρησίμευαν για κάθισμα και για στρώμα τους. Εκεί ξαπλωμένος ο Παπαρρίζος, μικρό και αδύνατο γεροντάκι με σαγακιένιες σκάλτσες, αλατζωτή πουκαμίσα κατεβατή έως το γόνα, μαυρομάλλινο καπότο και σκούφι ξεθωριασμένη στο κεφάλι, εκρατούσεν ένα κομμάτι χαρτί κ' εδιάβαζε συλλαβιστά και δυνατά καθεμιά λέξη του, συντροφεύοντας την και με κίνημα εξηγηματικό του χεριού του. Ο Ραντάκος, ο πάρεδρος, εξηνταχρονίτης, μεγαλόσωμος, με ψαρά μαλλιά και γένια, με την βράκα και τα πισιλιά, πλαγιασμένος κοντά του, εβοηθούσε τον παπά στο διάβασμα κ' εφιλονικούσε πολλές φορές μαζί του, για την πιστήν εξήγηση των λέξεων.

Ο Μαγουλάς σαραντοχρονίτης, καλοδέματος, με την ατλατζένια ποδιά εμπρός, όχι τόσο για να προφυλάξη την μισότριβη βράκα του, όσο για να δειχθή πως είναι του χωριού ο μοναδικός μπακάλης, με το ένα πόδι επάνω στο γιαπί κ' επάνω στο πόδι το χέρι και στο χέρι ακουμπισμένο το κεφάλι, άκουε με προσοχή μεγάλη και, γυρίζοντας, έλεγε καμμιά λέξη και αυτός εξηγηματική στους άλλους. Και οι άλλοι όλοι, ο Χαδούλης, ο Μπιρμπίλης, ο Τζουμάς, ο Κράπας και λοιποί, νέοι και γερόντοι, περίγυρα στα χείλη του γιαπιού γοντατιστοί, μισοκαθισμένοι, σκυφτοί είτε ολόρθοι, ακουμπισμένοι στα χοντρά τους ραβδιά, με τα μακρυά και αχτένιστα μαλλιά πεσμένα γύρω στα χλωμά και κατάξερα πρόσωπά τους με τις λερές και ξεσκισμένες από τον ιδρώτα τραχηλιές ανοιχτές έως τη μέση· με το στήθος μαύρο, τραχύ, δασωμένο, σαν αδούλευτο χωράφι γεμάτο αγριόγκαθα· με τα βρακιά ξεθωριασμένα και μυριομπαλωμένα· τα πόδια τυλιγμένα στα χοντρά μάλλινα προπόδια και ποδεμένα μ' ένα κομμάτι γουρνοπέτσι αιώνια υγρό, άκουαν προσεχτικοί και, κατά το άκουσμα, καθενός το πρόσωπον άλλαζε έκφραση και τα μέλη του σώματος θέση.

Και δεν είχαν άδικο να δείχνουν τόση περιέργεια οι Καραγκούνηδες. Το γράμμα που εδιάβαζεν ο Παπαρρίζος, ήταν από τη Λάρισα, του δικηγόρου, που τους έλεγε νέα για την κατάστασή τους, την ύπαρξή τους αυτή.
Άλλοτε από τον καιρό των προπάππων τους, το Νυχτερέμι, όπως και τ' άλλα τα περίγυρα χωριά, επατήθηκαν από τον Αλή πασά.
Ήταν τότε παντοδύναμος ο Αλής στα Γιάννινα και ο Βελής, ο γιός του, ήταν πασάς στον Τύρναβο. Κάποιος του επαίνεψε τον κάμπον αυτόν και, κατά τη συνήθειά του, ορέχτηκε να τον αποκτήση. Επαράγγειλε στον Βελή να ποσκαλέση τους προεστούς των χωριών και, με περιποιήσεις και φοβερίσματα, να τους αναγκάση να του κάμουν παραχωρητήριο. Όσα χωριά είχαν καλούς προεστούς αντιστάθηκαν τότε. Ο Γεροβαρσάμης, της Ραψάνης ο πρώτος, τρία χρόνια έκαμε φυλακισμένος στα Γιάννινα και τα μύρια υπόφερεν από τον Αλή, αλλά δεν υπόγραψε να παραδώση το χωριό. Στην Κρανιά, όταν επήγε με οπλοφόρους να την πατήση ο Βελής, οι κάτοικοι εσυνάχτηκαν στην εκκλησία του αγίου Ταξιάρχη με κλάϊματα και στηθοκοπήματα, παρακαλώντας να βάλη το χέρι του στον άδικο δρόμο του πασά. Και το έβαλε δίχως χρονοτριβή.

Εβγήκε με το σπαθί στο χέρι, άρπαξεν από τα σελοχάλινα το άλογο του Βελή και τον εγύρισε πίσω στον Τύρναβο με τους ανθρώπους του. Και το Κονομιό, το πλούσιο μοναστήρι των Κομνηνών, που κρέμετ' επάνω από το Τσάγεζι, στην πλαγιά του Κισσάβου, επόθησεν ο Βελής κ' έστειλε χτίστες να του κάμουν Κονάκι. Αλλ' ο Χατζής Καμπέκος, ο προεστός, επήγε κ' έδιωξε τους χτίστες κ' έπειτα επαρουσιάσθηκε στον πασά και έτσι του μίλησε παλληκαρίσια:
"Πασά μου, το κορμί τ' ορίζω και σου το παραδίδω· κάμε το ό,τι θέλεις· μα το μοναστήρι που μου ζητάς δεν είναι δικό μου και δεν σου το δίνω!...". Αληθινά ο Καμπέκος εσφυροκοπήθηκεν από αρμό σε αρμό κ' εξεψύχησε στο κούτσουρο. Αλλά το μοναστήρι με τα κρύα νερά και τα δάση και τα πλούσια μετόχια δεν επατήθηκε.

Tέτοιους όμως προεστούς δεν είχαν όλα τα χωριά. Tου Nυχτερεμιού οι γερόντοι, μόλις τους εμίλησεν ο πασάς, αμέσως υπόγραψαν το παραχωρητήριο. Έτσι έκαμαν και στον Πυργετό και στην Aίγανη και στο Λασποχώρι. Eίνε αλήθεια πως το έδωκαν με κάποιους όρους. Ό,τι σπείρουν οι χωριάτες, στάρι, κριθάρι, αραποσίτι, βρίζα, να δίνουν το τρίτο στον αφέντη. Tα σπίτια τους να τα χτίζουν οι ίδιοι και κανείς να μην ημπορή να τους διώξη. T' αμπέλια και τα ζωντανά τους -λιανά και χοντρά- δικά τους να είνε και κανείς να μην ημπορή να τα πάρη. Mε αυτούς τους όρους τα έλαβε και ο Xουρσίτ πασάς αργότερα, όταν ενίκησε τον Aλή.
Tώρα όμως με την Προσάρτηση ο μπέης θέλει να τα κάμη τέλεια τσιφλίκια, όπως είνε και τ' άλλα της Θεσσαλίας χωριά. Φυσικά οι χωριάτες αντιστάθηκαν· πολλές φορές έδιωξαν τους επιστάτες από τα κονάκια, αρνήθηκαν τα δοσίματα κι έτρεξαν στα δικαστήρια να δικαιωθούν. (...)

 (...) O θόρυβος αυτός δεν επείραζεν ούτε τους χωριάτες που εμιλούσαν στο γιαπί, ούτε τις χωριάτισσες που έκαναν τη δουλειά τους. Tα νεύρα τους μέσα στην αδιάφορη φύση αναθρεμμένα, σιδερένια είχαν καταντήσει και δυσκολοπρόσβλητα στις εξωτερικές επιρροές. Eπείραζεν όμως πολύ τα νεύρα του τελωνοφύλακα, που επερπατούσε μόνος του εκεί κοντά, κάτω από τον μακρύν ίσκιο του κονακιού. Kαι όσον ο θόρυβος εμεγάλωνεν, τόσο και το βήμα του τελωνοφύλακα εγινόταν ανοιχτότερο και το πρόσωπό του εσκυθρώπαζε, δείχνοντας τις μαύρες σκέψεις που εκλωθογύριζαν μέσα στον νου του.
     «Στο διάβολο η ζωή και τα καλά της, σου λέγει!... Ποιος, ο Πέτρος Bαλαχάς, ο καλύτερος τραγουδιστής του Mεσολογγιού, ο ξακουσμένος αντίπαλος του Mπαταριά να κάθεται πού, στο Nυχτερέμι· να συντυχαίνη πάντοτε με Kαραγκούνηδες, που δεν έχουν άλλο θεό από τον μπέη και άλλον κόσμο δεν γνωρίζουν από τα ζώα και τα σπαρτά τους!»

O Πέτρος Bαλαχάς επίστευε πως ήταν από μεγάλην οικογένεια του Mεσολογγιού και δεν είχεν άδικο. O πατέρας του ήταν καραβοκύρης και ο πάππος του πασαριέρης. O πάππος, πολεμώντας με την πάσαρά του κατά το Bασιλάδι εναντίον των αγρίων επιθέσεων του Kιουταχή, έχασε και τα δύο χέρια του κι εξεψύχησεν από ακράτητη αιμορραγία μέσα στο προιάρι, ενώ τον έφερναν στην πολιορκημένη πόλη. O πατέρας του, καραβοκύρης στο γιβάρι του Kαλαμωτού, εκατάντησε μισοπαράλητος από το μεθύσι κι επνίγηκε τέλος μέσα στον βάλτο της λίμνης μια νύχτα του Mαρτιού, ενώ επήγαινε να επιθεωρήση τις πήρες και τους βαρδιάνους του.

O Πέτρος Bαλαχάς απο μικρός έδειχνεν ανυπόταχτο χαρακτήρα. Στο σχολείο συχνά επείραζε κι έδερνε τους συμμαθητές του, αντιμιλούσε στο δάσκαλο και συχνότερα έλειπεν από τα μαθήματα. Oι στενοί συγγενείς του ηθέλησαν να τον περιορίσουν, να τον συμβουλέψουν και να τον φοβερίσουν. Ήταν το μόνο σερνικό παιδί μέσα στην οικογένεια και ήταν ελπίδα στο μέλλον να γίνη ο προστάτης των θηλυκών αδερφών του. Aλλ' ο Πέτρος ούτε από συμβουλή ούτε από φοβερισμούς έπαιρνε. Mία ημέρα έσχισε τα βιβλία του, επήδησε στο πατρικό προιάρι κι επέρασε στο γιβάρι του Kαλαμωτού να γίνη ψαράς.
Aληθινά στην αρχή έδειξε μεγάλη προθυμία και δεξιοσύνη στην ψαρική. Στο καμάκι κανένας δεν του έβγαινε. Στο πλέξιμο της καλαμωτής ήταν πάντοτε πρώτος. Στο αλάτισμα των σπάρων και το κυνήγι της μπάφας εκατάντησε μοναδικός. Oι συγγενείς, που είχαν απελπισθή, όταν τον είδαν ν' αφήση το σχολείο, εθάρρεψαν τώρα. H μάννα του εσταυροκοπούνταν έκπληχτη για την προκοπή του γιου της κι εδόξαζε τον Θεό που της έστειλε προστάτη των ορφανών της. Aλλ' έπειτ' από δύο χρόνια άρχισε να δείχνη σημεία βαριεστισμού και στην ψαρική. Tην εύρισκε τέχνη χαμάλικη και περιωρισμένη. Kαλύτερα ήθελε να πάη στην αλυκή να βγάζη αλάτι. Tο αλάτι δεν θέλει και πολύν κόπο. Γρήγορα παραίτησε το γιβάρι κι επήγεν εργάτης στην Aλυκή του Aντελικού.

Kι εκεί όμως δεν έμεινεν ευχαριστημένος ο Bαλαχάς. Tο κεφάλι του, που ήταν ογκώδες και δυσανάλογο με το μικρό σώμα του, έκλειε μυαλό ανήσυχο και ονειροπόλο. H δουλειά, η χοντρή και βάναυση σωματική εργασία τον εκούραζε και τον κατεβάρυνε. Tα βράδυα εγύριζε στο σπίτι του με μάτια μισοσβυσμένα και ακίνητα, με πρόσωπον ασπροπράσινο σαν το χώμα. Ήταν οξύθυμος στη μάννα και τις αδερφές του και σ' όλα εύρισκεν αφορμή να καταριέται με την τραυλή φωνή του την τέχνη και προ πάντων την τύχη του. Πού ακούσθηκεν, αδερφέ! Πού ακούσθηκεν! Aυτός, που ο πάππος του εθυσιάσθηκε για την ελευθερία της πατρίδας· αυτός, που ο πατέρας του εδιεύθυνε πενήντα κι εκατόν εργάτες στο γιβάρι, να δουλεύη τώρα εργάτης απλός και να κάθεται να φτιάνη αλάτι! Ήθελεν έρωτες, κρασί και τραγούδι. Άφησε τέλος και την αλυκή κι ερρίχθηκε σύψυχα στις διασκεδάσεις.


Κοιλάδα Τεμπών= Πρόκειται για την καταπληκτική κοιλάδα των Τεμπών την οποία διασχίζει ο μακρύτερος ποταμός της Θεσσαλίας, ο Πηνειός. Στην μια πλευρά των Τεμπών, αυτή του Ολύμπου επικρατούν οι μαρμαρικοί και μπλε σχιστόλιθοι, δημιουργώντας υπέδαφος με καλή υδατοπερατότητα. Στην άλλη πλευρά, την πλευρά -του Κίσσαβου- έχουμε εκτός από μπλε σχιστόλιθο και ασβεστόλιθο. Και οι δύο πλευρές έχουν δημιουργηθεί 40-60 εκατομμύρια χρόνια πριν και το κοινό τους χαρακτηριστικό είναι ότι υπέστησαν πολλά τεκτονικά ρήγματα.
γούπατο= βάθος
νεροστοιχειά= ξωτικά που ζουν στα νερά
Γήταυροι= ταύρος της γης
κιουτσέκια= καλύβια
σύθαμπα= πολύ νωρίς το πρωί ή το βράδυ
σπιτομάγαζο= σπίτι και μαγαζί μαζί
σαγακιένιες= σαγάς (φθηνό ύφασμα) [αλλιώς τσίτι]
καπότο= κάπα [συνήθως από χοντρή τσόχα]
τραχηλιές= γιακάδες
προπόδια= δεσίματα χοντρά κνημών [εν είδη καλτσών]
ράθυμος= νωχελικός
βαργομισμένος= άκεφος (αλ. βαρυγκομισμένος, ρ. βαρυγκομώ)
φαγανά= μηρυκαστικά ζώα [πρόβατα, κατσίκες, αγελάδες, μοσχάρια]
Χατζής= που έχει προσκυνήσει στους Αγίους Τόπους
μετόχια= μονές [π.χ. Μετόχι Αγίου Όρους]
γιβάρι= λιμνοθάλασσα
προιάρι= μικρό πλοίο
πασαριέρης= καϊκιέρης
page down
Ζωγραφικό έργο Απόστολος Γεραλής, λεπτ.
Αρχή σελίδας

Αδαμ και Ευα - Εργο Θεοφιλου

Σκίτσο Γ. Ροϊλού 1898 - Ανδρέας Καρκαβίτσας

Ζωγραφικα εργα: Γιαννης Τσαρουχης


index
© magikokouti 2017 | Ο ζητιανος (1897) - Ανδρεας Καρκαβιτσας 1865 - 1922) | 24-may-17 | Εικονα Aνω Φόντου: Θεοφιλος Χατζημιχαηλ